Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Άγιος Αμφιλόχιος Μακρής (1889-1970), ο Γέροντας της Πάτμου

Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου η οποία συνεδρίασε υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου αποφάσισε την Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018 την αγιοκατάταξη του Γέροντος της Πάτμου Αμφιλοχίου Μακρή (1889-1970).

***
Η επί γης ζωή του Αγίου Γέροντος Αμφιλοχίου Μακρή

Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής γεννήθηκε το 1889 στη νήσο Πάτμο. Οι γονείς του Εμμανουήλ και Ειρήνη ήταν άνθρωποι ευσεβείς. Η Πάτμος έφερε βαρειά πνευματική κληρονομιά –αποστολική, οσιακή, μαρτυρική- όσο ίσως κανένα άλλο νησί του Αιγαίου. Σε αυτό το περιβάλλον με την πλούσια πνευματική και λατρευτική ζωή ανατράφηκε ο Όσιος. Ήταν η αγία παράδοση όπως την έφερε ο Όσιος Χριστόδουλος από το Λάτρος σαν συνέχεια της παρουσίας του Ηγαπημένου μαθητή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Παιδικά και νεανικά χρόνια

Τα παιδικά του χρόνια πέρασε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Σύμφωνα με μαρτυρία τον πρώτο και δεύτερο χρόνο της ζωής του δεν θέλησε να θηλάσει Μεγάλη Παρασκευή. Σε ηλικία 17 ετών έβαλε μετάνοια στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Το 1911 επισκέφτηκε το Άγιον Όρος, σαγηνεύτηκε από την ευλάβεια των αγιορειτών πατέρων και έμαθε να κάνει εργόχειρο ώστε να πορίζεται τα προς το ζην. Έμεινε γι’ αυτό αρκετό καιρό στο κελί του Γέροντος Δανιήλ του Κατουνακιώτη. Το 1913 στη Μονή του Θεολόγου τον προτείνουν να χειροτονηθεί διάκονος. Δέχεται βάζοντας ως όρο ότι δεν θα ιερολογεί Μυστήρια, γάμους, βαπτίσια κλπ εκτός ιεράς μονής μένοντας πιστός στην παράδοση των Αγίων Κολλυβάδων. Τελικά η χειροτονία δεν πραγματοποιήθηκε και ο Γέροντας πήγε σε συγγενείς του στην Αλεξάνδρεια και κατόπιν στους Αγίους Τόπους όπου και προσκύνησε τα Πανάγια και ιερά προσκυνήματα. 
ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής (1889-1970)
Η κουρά του εις μοναχόν

Γυρίζοντας στη Νήσο Πάτμο παραμένει κοντά στον Γέροντα Μακάριο Αντωνιάδη, Σάμιο στην καταγωγή και απόγονο της μεγάλης οικογένειας των Κολλυβάδων. Τον Μάρτιο του 1913 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα Μακάριο. Λόγω της άσκησής του (χίλιες μετάνοιες με ελάχιστη τροφή) και ενός κρυολογήματος αναγκάζεται να επισκεφτεί την Σμύρνη. Η Σμύρνη ήταν τότε το Κέντρο της περιοχής εφόσον τα Δωδεκάνησα ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενα. Εκεί ο Γέροντας βιώνει το εξής περιστατικό: Μόλις αποβιβάζεται στην Σμύρνη βλέπει τις παραλίες γεμάτες ανθρώπους άσεμνα ενδεδυμένους που απροκάλυπτα ασελγούσαν. Ρωτάει αν είναι Τούρκοι ή Ρωμηοί. Του απαντούν: ‘’Έλληνες και μάλιστα χριστιανοί’’. Ο Γέροντας συγκλονίζεται και με βεβαρημένη καρδία περιφέρεται στην Σμύρνη για να εντοπίσει τον ιατρό. Ξαφνικά εμφανίζεται ενώπιον του ένας Γέροντας κληρικός και του λέγει: ‘’Αμφιλόχιε, μη λυπήσαι. Θα έρθει εποχή, που η φωτιά θα τα κάψει όλα όσα βλέπεις. Θα μπει από την μια μεριά της πόλης και θα βγει στην άλλη’’. Σε λίγα χρόνια η πρόρρηση θα γίνει τραγική πραγματικότητα.

Η μετάνοια του κυρ-Αλέκου την εσχάτη ώρα



Ανδρόγυνο ο κυρ-Αλέκος και η κυρά-Καίτη, παντρεμένοι το 1920 περίπου. Κατοχή-εμφύλιος-φτώχεια κάργα και των γονέων. Η κυρά-Καίτη ευλαβέστατη, προσευχή, εξομολόγηση, θεία κοινωνία κλπ. Ο κυρ-Αλέκος φανατικός άθεος, κομμουνιστής αλλά πολύ δίκαιος, ελεήμων, φιλάνθρωπος. Ήξερε από φτώχεια, στέρηση, κατατρεγμό. Συμπονούσε και βοήθαγε όσους μπόραγε. Φθάσανε και οι δυο, τα’ αντρόγυνο γύρω στα 1995. Ο κυρ-Αλέκος βαριά αρρώστια, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος. Η κυρά-Καίτη λαμπάδα δίπλα του, διακονούσε, έκλαιγε, προσευχότανε. Παιδιά και εγγόνια είχανε τη ζωή τους, τις μέριμνές τους, σπουργιτάκια περνάγανε αστραπή από τους γέρους και φεύγανε. Η κυρά-Καίτη παρακάλαγε τον άνδρα της ‘’να φέρουμε άνδρα μου τον παπά της ενορίας να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις μη φύγεις σαν άψυχο ζώο για την άλλη ζωή και κολασθείς. Τίποτε ο μπάρμπας, την σιχτήραγε και την απειλούσε: ‘’Μη φέρεις παππά στο σπίτι μας γιατί θα σας αμολήσω από το μπαλκόνι, εσένα, τον παπά και τα λιβανιστήρια σας’’.

Μια νύχτα ανοιξιάτικη ψιθύριζε κατατρομαγμένος ο μπάρμπας την κυρά του. ‘’Τρέχα Καίτη, φοβάμαι. Τι θέλεις άντρα μου τα’ αποκρίθηκε αλαφιασμένη εκείνη. Να Μωρσή, της απάντησε αυτός πανικόβλητος. Δεν βλέπεις αυτόν τον αγριεμένο αράπη, τον δίμετρο που με κοιτάει άγρια και γελάει; Ποιος είναι; Πως μπήκε στο σπίτι μας; Τι θέλει; Η γυναίκα δεν είδε κανέναν άλλο, σταυροκοπήθηκε φωτίστηκε, κατάλαβε: ‘’Άντρα μου στο ορκίζομαι όπου θες δεν βλέπω κανένα άλλο. Είμαι σίγουρη ότι είναι ο διάβολος και ήλθε ο κακούργος να σ’ αρπάξει να σε κολάσει. 
Αστραπιαία ο κυρ-Αλέκος συνήλθε, κατάλαβε και της είπε: Σε πιστεύω -άμανες υπάρχει ο διάβολος- υπάρχει και ο Χριστός και παράδεισος και κόλαση. Πήγαινε γρήγορα μόλις ξημερώσει και φέρε τον παπά, όποιον βρεις στην ενορία, να με ξομολογήσει και να με κοινωνήσει. ‘’Κατουρήθηκε’’ από φόβο και χαρά η Γριά. Μόλις ξημέρωσε πήγε στην ενορία,

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Ο δαίμονας έριξε ‘’δίχτυ’’ και πιάστηκε σ’ αυτό


Ιταλό-Γερμανική κατοχή, 1943. Στο Χατζηκυριάκειο, στην παραλία, στον Σταυρό, κάποιος πατέρας, κάθε βράδυ ‘’λαδώνει’’ τον Ιταλό σκοπό και έχει μια ψαροταβερνούλα και πιάνει κάθε βράδυ, πλην μεγάλης φουρτούνας, 10-15 κιλά ψάρια. ‘’Λαδώνει’’ τον Ιταλό σκοπό με 5-6 ψαράκια και με τα πόδια πρωί-πρωί πάει τα υπόλοιπα ψάρια στην φτωχογειτονιά του και τα μοιράζει σε πεινασμένους συγγενείς και φίλους και κυρίως στα παιδιά.

Ένα βράδυ, γυαλί η θάλασσα, φεγγαράδα, την ώρα που πάει να μπει στο βαρκάκι του βλέπει εκεί στην παραλία κάποιο ξάδελφό του, τον Τάκη. Ο Τάκης του προτείνει να ψαρέψουνε μαζί. Παραξενεύτηκε ο άνθρωπος για το ξαφνικό του Τάκη και οι δυο άνδρες μπαίνουνε στη βάρκα και αλαργεύουν στη θάλασσα. Ρίχνει δίκτυα ο άνθρωπός μας, έχει φεγγαράδα και νύχτα ακόμη, τα μαζεύει με είκοσι περίπου κιλά ψάρια. Σκορπάει τα ψάρια μέσα σε μεγάλο μεταλλικό κουβά και αρχίζει να διπλώνει τα δίκτυά του. Τότε βλέπει και φρικιά: Ο ‘’Τάκης’’ ο ‘’ξαδελφός’’ του με άγριο δαιμονικό βλέμμα και κατακόκκινα μάτια παίρνει ωμά ψάρια και τα τρώει μπροστά στα μάτια του. Τότε αγριεύεται, σκιάζεται και υποψιάζεται: ο ‘’Τάκης’’ είναι διάβολος που πήρε την μορφή του ξαδέλφου του και θέλει να του κάνει κακό. Τον φωτίζει αστραπιαία ο Χριστός μας και ρίχνει το δίκτυο πάνω στον ‘’Τάκη’’. Ο δαίμονας κάνει ‘’μπάμ’’, σκάει και ο αέρας γύρω καταβρώμισε απαίσια. Η επιβεβαίωση ήλθε αργότερα, όταν ξημέρωσε και πήγε στην γειτονιά του με τα υπόλοιπα ψάρια παγωμένος και κατατρομαγμένος.


Ο πραγματικός ‘’Τάκης’’ το βράδυ κοιμότανε του καλού καιρού και πρωί-πρωί πήγε στους Γερμανούς να δουλέψει μεροκάματο στο Λιμάνι του Πειραιά.

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Ο δυσκολεμένος υιός που έγινε… ουράνιος πρεσβευτής


Η Βάνα γεννήθηκε γύρω στο 1960, κάπου στη Μαγνησία (Βόλος). Παντρεύτηκε δεκαοκτάχρονη ένα παλληκαράκι και ο Θεός της χάρισε τα τρία πρώτα χρόνια γάμου δυο αγοράκια. Ο άντρας της, ανώριμος ν’ αγαπήσει και να υπομείνει εγκατέλειψε μάνα και παιδάκια και ‘’σπιτώθηκε΄΄ με άλλη. Η Βάνα αναγκάστηκε να ξενοδουλεύει σε μπαράκια κλπ, στην επαρχία και τελικά στην Αθήνα. 

Το μεγαλύτερο αγόρι, τον Κωστάκη, τον μεγάλωνε η ηλικιωμένη μητέρα της στο πατρικό σπίτι της, στο χωριό. Τον μικρότερο, τον Γιαννάκη, τον πήρε μαζί της στην Αθήνα και τον άφηνε σε γειτόνους και σε γνωστούς. Ο πατέρας –είπαμε- άφαντος. Το μεγάλο παιδί, ζωηρό και πολύ ευαίσθητο έμπλεξε στα 14 χρόνια του με ναρκωτικά. Σιγά-σιγά έγινε και ‘’βαποράκι’’. Στα δεκαοκτώ του ήταν ψυχοσωματικά ετοιμοθάνατο, ‘’ερείπιο’’. Ήλθε με την γιαγιά στην Αθήνα. Συγγενείς, φίλοι, γείτονες, το τρέξανε το παιδάκι να απεξαρτητοποιηθεί. Όλα μάταια. Στα δεκαοκτώ του κλεισμένα πήρε καθαρή ηρωΐνη σε ένεση και ‘’ταξίδεψε’’ για τον άλλο κόσμο.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης, της Ιεράς Μονής του Οσίου Δαυίδ εν Ευβοία

Παρά την κόπωση, με το χαμόγελο όλους τους ανέπαυε, για όλους είχε έναν λόγο παρηγοριάς. Κάτω από την πατρική αγάπη και την παραδεισένια γλυκύτητα της μορφής του και των λόγων του κρυβόταν ο ασκητής, που ήταν εκούσια μονίμως σταυρωμένος. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του το άγνωστο μέχρι τότε στον πολύ κόσμο μοναστήρι του Οσίου Δαυίδ πλημμύριζε με προσκυνητές από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στο πρόσωπό του έβλεπαν τον άνθρωπο του Θεού, που τους ξεκούραζε, τους ξαλάφρωνε, τους εμψύχωνε, τους χάριζε ελπίδα και χαρά. [..] 
 
Ανήμερα της Παναγίας 21 Νοεμβρίου έψαλλε, όπως πάντα, στο παρεκκλήσι της μονής. Στις 4 το απόγευμα κατά την εξομολόγηση, με το πετραχηλάκι του στο λαιμό, πέταξε σαν αγνό περιστέρι, συνοδευόμενος από τους αγαπημένους του Αγίους, τον Όσιο Δαυίδ και τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσσο προς τον γλυκύτατο Ιησού, Τον οποίο υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις. 
 
 
Αφήγηση- επιμέλεια: Αλέξανδρος Φωτόπουλος (Φιλόλογος)

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Η μάνα ‘’σκεπάζει’’ τη νύφη


Κάπου στο λιμάνι του Πειραιά έμενε μια γριά χήρα με τον μονάκριβο γιό της. Ο γιός της αγάπησε στα είκοσι δυο του μια εικοσάχρονη και την παντρεύτηκε. Την πρώτη νύχτα του γάμου την βρήκε μη παρθένα. Ήταν το 1946 μετά την κατοχή. Μανιάτης αυτός το πήρε βαριά προσβολή και πρότεινε στη Μάνα του, την χήρα, να χωρίσει την γυναίκα του. Η καλή του η μανούλα του είπε να δει με έλεος την γυναίκα του και να την συγχωρέσει σαν αδελφή του πεπλανημένη. Το παλληκάρι άκουσε τη μητρική γνώμη, ανέχθηκε την γυναίκα του και δεν την πρόσβαλε ή την υποτίμησε δεικτικά ποτέ, ούτε την ρεζίλεψε σε συγγενείς και φίλους. Η μάνα, η χήρα, το 1948 πέθανε και την θάψανε στο νεκροταφείο της Ανάστασης στον Πειραιά.

Τότε παρατηρήθηκε το θαύμα στο καντηλάκι της, να είναι πάντοτε αναμμένο και τίγκα στο λάδι και με ανάλλακτο φυτιλάκι τρία χρόνια, μέχρι την εκταφή της.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Ο Θείος Έρωτας είναι ενέργεια της Θείας Χάριτος που νικάει τους μεταπτωτικούς έρωτες των κτιστών

...Όταν και όσο ο Χριστός μάς αγιοποιεί και σοφοποιεί τόσο περισσότερο μάς κάνει και τον ερωτευόμαστε. Με αυτό τον τρόπο ο έρωτας μας, ξεπερνά τον έρωτα μας προς την αμαρτωλότητα. Έτσι ο θείος έρωτας νικάει τους αμαρτωλούς έρωτες. Βοηθοί μας στον Αγιασμό μας η υπόλοιπη Ορθόδοξη Οικογένειά μας, δηλαδή η Μανούλα μας η Παναγία και τα αδελφάκια μας οι Άγιοι Άγγελοι και οι Άγιοι Άνθρωποι.
 
Επίσης, ο Χριστός μάς προτείνει δυο δρόμους αγιασμού παράλληλους και ισάξιους: τον ορθόδοξο Γάμο και τον ορθόδοξο μοναχισμό. Επίσης, όσο αμαρτωλοί να είμαστε να μην απελπιζόμαστε ποτέ γιατί ο Χριστός μας: πρώτον μας αγαπά αιώνια και δεύτερον είναι απείρως δυνατότερος από την οποιαδήποτε αμαρτωλότητά μας, αρκεί να τον αφήσουμε, να του το επιτρέψουμε να μας αγιάσει.