Στις 30 Σεπτεμβρίου, ο Σαμπρή πασάς έδωσε διαταγή να πάνε τον Μητροπολίτη και τους παπάδες, μαζί με τους ψαλτάδες, στο νοσοκομείο κ' εκεί να τους φυλακώσουνε. Εκεί μέσα ήταν από πριν κλεισμένοι και κάμποσοι λαϊκοί. Ένας απ' αυτούς γλύτωσε, αφού έκανε αιχμάλωτος δυο χρόνια μέσα στην Ανατολή, και ζή ως τα σήμερα. Αυτός μου εξιστόρησε τα μαρτύρια που γράφω παρακάτω:
Οι μελλοθάνατοι, έχοντας στην μέση τον δεσπότη, κάνανε προσευχή όλη τη νύχτα. Στην εκκλησία του νοσοκομείου ψάλανε τον Παρακλητικό Κανόνα της Παναγίας, και κάνανε και την λειτουργία του Αγίου Κυριακού του Αναχωρητού, και κατά συγκινητική συγκυρία, του ιερομάρτυρος Γρηγορίου επισκόπου Μεγάλης Αρμενίας. Με δάκρυα στα μάτια κοινωνήσανε τα άχραντα μυστήρια από το χέρι του μητροπολίτη και συγχωρεθήκανε. Έτσι ετοιμαστήκανε για το μεγάλο ταξίδι.
Ύστερ' από τέσσερες μέρες, τους βγάλανε μισοπεθαμένους από το νοσοκομείο και τους βάλανε μπροστά Τούρκοι στρατιώτες και κάμποσοι τσέτες (αντάρτες), που ήταν καβάλα στ' άλογα και με ουρλιάσματα και μουγκρίσματα τους φοβερίζανε για να τρέχουνε, ενώ δεν είχανε δυνάμεις μήτε να περπατήξουν. Όλοι τους ήτανε σαν λείψανα, μα ο μητροπολίτης Γρηγόριος είχε γίνει ολότελα αγνώριστος από τις στερήσεις κι' από τα βάσανα. Τα χείλια του ήτανε κάτασπρα και καίγανε από τον πυρετό. Η καρτερική όψη του φανέρωνε το μαρτύριο του. Τα ποδάρια του ήτανε πρησμένα και τάσερνε με δυσκολία, τα ράσα του σκισμένα, τα γένεια και τα μαλλιά του ανακατεμένα κι' άγρια. Η έμορφη και μεγαλόπρεπη φυσιογνωμία του, που τον έκανε άλλη φορά να φαίνεται σαν λιοντάρι, τώρα είχε μαραθεί ολότελα, σαν να ξεχώθηκε από τον τάφο. Οι τούρκοι τον βρίζανε ολοένα, τον βλασφημούσανε, τον περιπαίζανε, τον χτυπούσανε, πότε με το κοντάκι, πότε με το θηκάρι της ξιφολόγχης και ξεκαρδιζόντανε από τα γέλια. Ο μακάριος μάρτυρας, σαν αναίσθητος σε όσα του κάνανε, είχε σηκωμένα τα μάτια του στον ουρανό και το κατάξερο στόμα του έλεγε προσευχές.
Οι μελλοθάνατοι, έχοντας στην μέση τον δεσπότη, κάνανε προσευχή όλη τη νύχτα. Στην εκκλησία του νοσοκομείου ψάλανε τον Παρακλητικό Κανόνα της Παναγίας, και κάνανε και την λειτουργία του Αγίου Κυριακού του Αναχωρητού, και κατά συγκινητική συγκυρία, του ιερομάρτυρος Γρηγορίου επισκόπου Μεγάλης Αρμενίας. Με δάκρυα στα μάτια κοινωνήσανε τα άχραντα μυστήρια από το χέρι του μητροπολίτη και συγχωρεθήκανε. Έτσι ετοιμαστήκανε για το μεγάλο ταξίδι.
![]() |
| ο ιερομάρτυρας Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος |
Ύστερ' από τέσσερες μέρες, τους βγάλανε μισοπεθαμένους από το νοσοκομείο και τους βάλανε μπροστά Τούρκοι στρατιώτες και κάμποσοι τσέτες (αντάρτες), που ήταν καβάλα στ' άλογα και με ουρλιάσματα και μουγκρίσματα τους φοβερίζανε για να τρέχουνε, ενώ δεν είχανε δυνάμεις μήτε να περπατήξουν. Όλοι τους ήτανε σαν λείψανα, μα ο μητροπολίτης Γρηγόριος είχε γίνει ολότελα αγνώριστος από τις στερήσεις κι' από τα βάσανα. Τα χείλια του ήτανε κάτασπρα και καίγανε από τον πυρετό. Η καρτερική όψη του φανέρωνε το μαρτύριο του. Τα ποδάρια του ήτανε πρησμένα και τάσερνε με δυσκολία, τα ράσα του σκισμένα, τα γένεια και τα μαλλιά του ανακατεμένα κι' άγρια. Η έμορφη και μεγαλόπρεπη φυσιογνωμία του, που τον έκανε άλλη φορά να φαίνεται σαν λιοντάρι, τώρα είχε μαραθεί ολότελα, σαν να ξεχώθηκε από τον τάφο. Οι τούρκοι τον βρίζανε ολοένα, τον βλασφημούσανε, τον περιπαίζανε, τον χτυπούσανε, πότε με το κοντάκι, πότε με το θηκάρι της ξιφολόγχης και ξεκαρδιζόντανε από τα γέλια. Ο μακάριος μάρτυρας, σαν αναίσθητος σε όσα του κάνανε, είχε σηκωμένα τα μάτια του στον ουρανό και το κατάξερο στόμα του έλεγε προσευχές.


