Δευτέρα 8 Ιουλίου 2019

Ο ατρόμητος Εθνομάρτυρας Κυδωνιών Γρηγόριος (+3.10.1922), Ε' μέρος και τελευταίο


Στις 30 Σεπτεμβρίου, ο Σαμπρή πασάς έδωσε διαταγή να πάνε τον Μητροπολίτη και τους παπάδες, μαζί με τους ψαλτάδες, στο νοσοκομείο κ' εκεί να τους φυλακώσουνε. Εκεί μέσα ήταν από πριν κλεισμένοι και κάμποσοι λαϊκοί. Ένας απ' αυτούς γλύτωσε, αφού έκανε αιχμάλωτος δυο χρόνια μέσα στην Ανατολή, και ζή ως τα σήμερα. Αυτός μου εξιστόρησε τα μαρτύρια που γράφω παρακάτω:

Οι μελλοθάνατοι, έχοντας στην μέση τον δεσπότη, κάνανε προσευχή όλη τη νύχτα. Στην εκκλησία του νοσοκομείου ψάλανε τον Παρακλητικό Κανόνα της Παναγίας, και κάνανε και την λειτουργία του Αγίου Κυριακού του Αναχωρητού, και κατά συγκινητική συγκυρία, του ιερομάρτυρος Γρηγορίου επισκόπου Μεγάλης Αρμενίας. Με δάκρυα στα μάτια κοινωνήσανε τα άχραντα μυστήρια από το χέρι του μητροπολίτη και συγχωρεθήκανε. Έτσι ετοιμαστήκανε για το μεγάλο ταξίδι.

ο ιερομάρτυρας Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος

Ύστερ' από τέσσερες μέρες, τους βγάλανε μισοπεθαμένους από το νοσοκομείο και τους βάλανε μπροστά Τούρκοι στρατιώτες και κάμποσοι τσέτες (αντάρτες), που ήταν καβάλα στ' άλογα και με ουρλιάσματα και μουγκρίσματα τους φοβερίζανε για να τρέχουνε, ενώ δεν είχανε δυνάμεις μήτε να περπατήξουν. Όλοι τους ήτανε σαν λείψανα, μα ο μητροπολίτης Γρηγόριος είχε γίνει ολότελα αγνώριστος από τις στερήσεις κι' από τα βάσανα. Τα χείλια του ήτανε κάτασπρα και καίγανε από τον πυρετό. Η καρτερική όψη του φανέρωνε το μαρτύριο του. Τα ποδάρια του ήτανε πρησμένα και τάσερνε με δυσκολία, τα ράσα του σκισμένα, τα γένεια και τα μαλλιά του ανακατεμένα κι' άγρια. Η έμορφη και μεγαλόπρεπη φυσιογνωμία του, που τον έκανε άλλη φορά να φαίνεται σαν λιοντάρι, τώρα είχε μαραθεί ολότελα, σαν να ξεχώθηκε από τον τάφο. Οι τούρκοι τον βρίζανε ολοένα, τον βλασφημούσανε, τον περιπαίζανε, τον χτυπούσανε, πότε με το κοντάκι, πότε με το θηκάρι της ξιφολόγχης και ξεκαρδιζόντανε από τα γέλια. Ο μακάριος μάρτυρας, σαν αναίσθητος σε όσα του κάνανε, είχε σηκωμένα τα μάτια του στον ουρανό και το κατάξερο στόμα του έλεγε προσευχές. 



Μαζί του τρέχανε, σαν ένα τρομαγμένο κοπάδι, οι παπάδες κ' οι άλλοι μελλοθάνατοι. Οι τούρκοι δεν τους αφήνανε να πάρουνε ανάσα μήτε μια στιγμή. Τους χτυπούσανε με ξύλα, και φωνάζανε σαν δαιμονισμένοι: ''Γιουρούς! Γιανάς! - Γιουρούς! Γιανάς!''

Έτσι τρέχανε στον δρόμο που τραβά, κοντά στην θάλασσα, κατά τη νοτιά. Εκείνη η όμορφη φύση, που άλλη φορά φαινότανε σαν αληθινός παράδεισος, και κείνη ήτανε αγνώριστη, βουβή και μαύρη, σαν να μοιρολογούσε για το φρικτό κακούργημα που γινότανε. 

Μετά μισή ώρα φτάξανε ξεθεωμένοι απ' έξω από το Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, που κι' ο ηγούμενός του Ναθαναήλ, ήταν μέσα στο κοπάδι. Οι ιερωμένοι μελλοθάνατοι ήτανε τούτοι: οι αρχιμανδρίτες Ευγένιος Λαλακιώτης και ο Καλλίνικος Γκιουργκιούλης, ο προηγούμενος Ιωσήφ Κουκουτός, ο προηγούμενος Γαβριήλ Ιβηρίτης ο οικονόμος Ποσειδών Ζαφειρέλης, οι ιερομόναχοι Αγαθάγγελος Ησαΐας, Κωνσταντίνος Βακιρτζής, Αγαθάγγελος Βαξαβανέλης, Αγαθάγγελος Μαμούνης, Αμφιλόχιος Βαλερτζής, Νεόφυτος Γονατάς, Γρηγόριος Κοτρώνης, Μητροφάνης Λεβεντέλης, Ναθαναήλ Μάσος, Τιμόθεος Ρωμαίος, Ιωακείμ Φουντούλης, Ιγνάτιος Χατζή Τζάνος, Αρτέμιος Μάρκου, οι ιερείς Γεώργιος Ξυραφιάδης και Παναγ. Τσακουδέλης, ο ιεροδιάκονος Αρκάδιος Πισσάς, κι ο μοναχός Ιλαρίων Σιάχος. 

Εκεί, μπροστά στο μοναστήρι τ' Αγίου Νικολάου, έπεσε αναίσθητος ο γέρο παπά Ποσειδών Ζαφειρέλης, και τον σκοτώσανε με τις ξιφολόγχες. 

Ύστερα η μαρτυρική συνοδεία τράβηξε κ' έφταξε απ' έξω από το Γενιτσαροχώρι. Εκεί τους είπανε να γονατίσουνε, και πιάσανε και φωνάζανε με αγριοφωνάρες: ''Επ τσικάρ! Επ τσικάρ!''. ''Βγάλτε τα όλα τα ρούχα σας!'' Οι κακόμοιροι τα βγάλανε και απομείνανε με τα σώβρακα και με τις φανέλλες. 

Ο δεσπότης με μια φωνή σβησμένη είπε παρακαλεστικά: ''Εσκί! Είναι παλιό'', δείχνοντας το σκισμένο  μαύρο πανταλόνι του, μα οι κακούργοι του είπανε: ''Ολσά'', ''ας είναι'' και του τα βγάλανε. Ύστερα βάλανε τα ρούχα στα τσουβάλια, τα φορτώσανε στα μουλάρια και τα πήρανε κάποιοι απ' αυτούς και φύγανε. 

Άγιοι Μικρασιάτες Μάρτυρες : ιεράρχες ιερείς μοναχοί και λαϊκοί , άνδρες γυναίκες και παιδιά (μια μικρασιατική οικογένεια). Ο Σταυρός στην κέντρο της εικόνας συμβολίζει την «Σταυρωμένη Μικρά Ασία». Το Καμπαναριό στο κέντρο του Σταυρού ήταν το Καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης. Εκ δεξιών προς αριστερά οι μάρτυρες ιεράρχες: ο Ζήλων Ευθύμιος, ο Κυδωνιών Γρηγόριος, ο Σμύρνης Χρυσόστομος, ο Ικονίου Προκόπιος, ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος. Στην συνέχεια αριστερά του Σταυρού είναι ο Μοναχός (εκπρόσωπος των Μοναχών σφαγιασθέντων), δεξιά του Σταυρού ο Κληρικός (εκπρόσωπος των Κληρικών σφαγιασθέντων), και κάτω δεξιά ο Μικρασιάτης μάρτυρας, αντιπροσωπεύοντας τον ανδρικό πληθυσμό που βασανίσθηκε και σφαγιάσθηκε, και αριστερά η Μικρασιάτισσα μάρτυρας Γυναίκα-Μάνα και το Τέκνο, αντιπροσωπεύοντας το σύνολο του γυναικείου και παιδικού πληθυσμού που εβασανίσθη, εβιάσθη και μαρτύρησε. (πηγή)
Πιάσανε πάλι και τρέχανε, ή καλύτερα σερνόντανε, κι ήτανε σε τέτοια κατάσταση που να κλαίνε κ' οι πέτρες, που πατούσανε τα ματωμένα ποδάρια τους. Κι' από πίσω τους ουρλιάζανε εκείνα τα τέρατα ''Γιουρούς! Γιανάς! Γιουρούς! Γιανάς!'' και τους σπρώχνανε και τους χτυπούσανε. Όλοι τους ήτανε με τα άσπρα κουρελιασμένα βρακιά, όπως είναι ζωγραφισμένοι οι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες στη λίμνη της Σεβάστειας. Ο δεσπότης απόκανε πια, κόντευε να παραδώσει το πνεύμα, και τον σέρνανε οι άλλοι παραμάσκαλα. Ω! Τι θέαμα φρικτό, ένας σεβάσμιος Ιεράρχης να διαπομπεύεται με τέτοιον τρόπο! 

Τέλος πάντων φτάξανε κοντά στη Μακαρονία, στο τσιφλίκι (αγρόκτημα) του Καράλη. Εκεί τους σταματήσανε. Ο αξιωματικός έβγαλε ένα χαρτί από την τσέπη του, και ρώτησε ποιός ξέρει τουρκικά. Ένας από τους χριστιανούς είπε πως ξέρει, και μετάφρασε στα ελληνικά τούτα τα λόγια, που είπε ο αξιωματικός: ''Όσοι ακούσουν τα ονόματά τους να έρθουν κοντά μου''. Κι' άρχισε να διαβάζει: ''Μητροπολίτ' Εφέντη, Δεκίλι Μητροπολίτη Λαλακιώτη. Στέλιος, αδελφός του Δεσπότη, Νικόλας Κανέλος, Ιάκωβος Μούρας, Βασίλης Μουστάκας, Κώστας Ιορδανίδης. 

Δυο Τούρκοι στρατιώτες και τρείς τσέτες, με φτυάρια και κασμάδες στα χέρια, προχωρήσανε σε μια χαράδρα, που βρισκότανε στ' αριστερά, ως διακόσια μέτρα από τον δρόμο, και πιάσανε να σκάβουνε έναν βαθύ λάκκο, γιατί ήτανε να θάψουνε ζωντανόν τον μητροπολίτη. 

Στο μεταξύ οι άλλοι κακούργοι αρχίσανε και σφάζανε τους παπάδες, που στεκόντανε στον τόπο, που σταματήσανε. Θρήνος και κλαυθμός σηκώθηκε, κι' αντιβούϊξε εκείνος ο έρημος τόπος. Οι σφαγμένοι μουγκρίζανε κ' οι Τούρκοι ουρλιάζανε. Η γης ανατρίχιαζε. 

Ο δεσπότης στεκότανε σαν πεθαμένος μέσα σ' αυτή την κόλαση, κι' από τα μάτια του τρέχανε σαν βρύσες τα δάκρυα. Τον πήρανε δυο γιουρούκηδες, μαζί με τους άλλους που είχε ξεχωρίσει ο αξιωματικός, και τους πήγανε στο μέρος, που είχανε σκάψει τον λάκκο. Πήγανε προς τα εκεί κι' άλλοι Τούρκοι, κ' ένας Τουρκοκρητικός υπολοχαγός, ένας αιμοβόρος σκύλος, είπε στον μητροπολίτη: ''Εσένα, μπογιούκ-παπάζ, μπογιούκ-εντεψίζ, (μεγάλε παπά, μεγάλε μασκαρά), δεν θα σε σφάξω, γιατί σ' αγαπώ. Γι' αυτό κούρασα αυτούς τους ανθρώπους να σκάψουν, για να σου κάνω έναν οντά (ένα δωμάτιο), για να σε χώσω μέσα ζωντανόν, να περάσεις όλη την ζωή σου εκεί μέσα''.

Ο μεγαλομάρτυρας Μητροπολίτης στεκότανε βουβός, το αίμα του πάγωσε, και του ήρθε ζάλη. Τα μάτια του θολώσανε, η αναπνοή του έγινε αγκομαχητό. Μουρμούριξε κάτι μέσα στο στόμα του, μα δεν ακούστηκε η φωνή του. Δυο κακούργοι τον πιάσανε από τα χέρια για να τον ρίξουνε μέσα στον λάκκο, μα δεν προφτάσανε. Το πρόσωπό του γίνηκε κόκκινο και μελανιασμένο, γιατί το αίμα ανέβηκε και τον έπνιξε. Εγύρισε το βασανισμένο και μαρτυρικό κεφάλι του, κ' έπεσε νεκρός. 

Τους άλλους έξ τους σκοτώσανε μέσα στην χαράδρα. 

Αγιος Προκοπιος Μητροπολιτης Ικονιου, Αγιος Γρηγοριος Μητροπολιτης Κυδωνιων, Αγιος Αμβροσιος Μητροπολιτης Μοσχονησιων, Αγιος Ευθυμιος Μητροπολιτης Ζηλων. Οι άγιοι επίσκοποι που μαρτύρησαν κατά τους διωγμούς των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.(πηγή)
Αυτή ήτανε με συντομία η μαρτυρική ζωή και το μαρτυρικό τέλος του Μητροπολίτου Κυδωνιών Γρηγορίου. Έζησε και πέθανε γεμάτος πίστη και γενναιότητα. Θα μπορούσε να πει επάξια τα λόγια του αποστόλου Παύλου: ''Τον δρόμο τετέλεκα, την πίστιν τεήρηκα, δι' ό απόκειται μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι Κύριος εν ημέρα κρίσεως, ο δίκαιος Κριτής''.


Επιμέλεια: α.α.κ. (8.7.2019)
                                                                                ***

Βιβλιογραφία / Πηγές /Σύνδεσμοι:

-σύνοψη από: τρία άρθρα του Φώτη Κόντογλου, στην εφημερίδα ''Ελευθερία'' (27.12.1964, 3.1.1965 και 10.1.1965). 

-Ανάτυπο από τα ''Ενοριακά Νέα'' του Αγίου Γεωργίου Διονύσου επί προϊσταμενίας αρχιμανδρίτου Μάρκου Κ. Μανώλη υπό τον τίτλο: ''Ατρόμητος Εθνομάρτυς ο Κυδωνιών Γρηγόριος'', Διόνυσος 2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου